Αρχείο κατηγορίας Μονή Αγίου Γεωργίου στα Κρημνά

Μεταβυζαντινή Ζωγραφική

Είναι γνωστό πως μετά την άλωση της Πόλης οι καλλιτέχνες μεταφέρονται σε άλλα κέντρα που μπορούν να συνεχίσουν τη ζωγραφική τους παράδοση ελεύθερα. Η σχετική ελευθερία που απολάμβαναν οι Επτανήσιοι λόγω της Ενετοκρατίας, η παρουσία καλλιτεχνών από την Κρήτη, σε συνδυασμό με την επαφή με τη Δύση, και την επιρροή της σύγχρονης Ιταλικής τεχνοτροπίας, καθιστούν τα Επτάνησα κατάλληλο χώρο ανάπτυξης μιας «αυτόνομης καλλιτεχνικής παράδοσης», ανοιχτής στις σύγχρονες τάσεις της δυτικής τέχνης. Οι κοινωνικές συνθήκες και η οικονομική ανάπτυξη που επικρατούσαν στα Επτάνησα, εξηγεί την άνθηση εκτός της θρησκευτικής ζωγραφικής και ενός άλλου είδους, της προσωπογραφίας.
Σιγά σιγά διαπιστώνεται ολοκληρωτική στροφή της θρησκευτικής ζωγραφικής στο νατουραλισμό, στο μανιερισμό, το μπαρόκ, τη φλαμανδική ζωγραφική. Τα έργα ξυπνούν το συναίσθημα, χρησιμοποιώντας καμπύλες γραμμές, πολύπλοκους όγκους, την κίνηση, το φως που δημιουργεί αντιθέσεις, τα ενδύματα νεωτερίζουν. Αρχικά ο ρόλος του τοπίου στο φόντο του πίνακα ήταν καθαρά διακοσμητικός, για να μην αποσπάται το μάτι από την κύρια σύνθεση. Αργότερα στο φόντο αποδίδεται το φυσικό περιβάλλον και έτσι ο άνθρωπος από τον ουρανό επανέρχεται στη γη.

Βυζαντινή Ζωγραφική

Η ζωγραφική αποτελεί τη σπουδαιότερη έκφραση της Βυζαντινής τέχνης και χρησιμοποιήθηκε για να εκφράσει με εικαστικά σύμβολα το θρίαμβο της Εκκλησίας. Αυτή η ζωγραφική ονομάστηκε Εικονογραφία και Αγιογραφία και άκμασε από τον 4ο έως τον 15ο αιώνα μ.Χ. Η Βυζαντινή ζωγραφική, περισσότερο από κάθε άλλη, είναι δύσκολο να την καταλάβει ο κόσμος, γιατί δεν έχει την ομορφιά και τη χαρά που τραβάει τον άνθρωπο με την πρώτη ματιά. Η Βυζαντινή εικόνα δεν είναι ένας ζωγραφικός πίνακας με θρησκευτικό θέμα, αλλά μια αγιογραφία με ιερό χαρακτήρα. Η Βυζαντινή εικόνα εγκαταλείπει καθετί έξω από το ιερό πρόσωπο που απεικονίζει, όπως για παράδειγμα το τοπίο, την προοπτική και στρέφεται στην αφαίρεση. Οι μορφές στην Εικόνα τονίζονται μέσα σε ένα βαθύ σκούρο μπλε ή χρυσό βάθος, χωρίς κάποιο τοπίο από πίσω. Τα σώματα εμφανίζονται λιπόσαρκα και πανύψηλα, τυλιγμένο σε μανδύες με πολλές πτυχές και τα άκρα τους είναι, σε σύγκριση με το σώμα, μικρότερα. Τα πρόσωπα δίνουν την εντύπωση του ακίνητου, του αιώνιου, του πνευματικού. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου είναι λεπτά και τα μάτια ζωγραφίζονται μεγάλα. Τα χρώματα επίσης παίζουν σπουδαίο ρόλο : δεν είναι φανταχτερά, με σκοπό να καταπλήξουν, αλλά έχουν σκόπιμα αλλοιωθεί και εξευγενιστεί. Η Αγιογραφία μας δίνει την εντύπωση ότι τα πρόσωπα που εικονίζονται έχουν ξεχάσει το σώμα τους και συγκεντρώνουν όλη την έκφραση της ψυχής στο πρόσωπό τους.

Το καθολικό

Το καθολικό της μονής είναι ένας μονόχωρος, ξυλόστεγος, κεραμοσκεπής ναός, συνηθισμένος στην επτανησιακή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική από την εποχή της Ενετοκρατίας και μετά. Ο ναός δεν διαθέτει νάρθηκα, αλλά δυτικά υπάρχει ανοιχτός εξωνάρθηκας, με τη μορφή στεγασμένου ημιυπαίθριου χώρου που επικοινωνεί και με τον κήπο. Το Ιερό Βήμα είναι υπερυψωμένο κατά δύο λίθινες βαθμίδες από τον κυρίως ναό και η χαμηλότερη συνεχίζεται περιμετρικά σε όλο το ναό. Η Αγία Τράπεζα είναι ξύλινη και φέρει ένα είδος ξυλόγλυπτου κιβώριου με ουρανό σε πρόβολο. Το δάπεδο του ναού αποτελούν τετράγωνες, λίθινες πλάκες, τοποθετημένες ρομβοειδώς. Στο κέντρο βρίσκεται ο συνηθισμένος για τους επτανησιακούς ναούς, ανάγλυφος δικέφαλος αετός. Στο ναό ανοίγονται τρεις πόρτες εισόδου. Μια κύρια είσοδος στο δυτικό τοίχο, που οδηγεί από τον εξωνάρθηκα στον κυρίως ναό και από μία στο βόρειο και νότιο τοίχο, τοποθετημένες στον ίδιο άξονα. Εξωτερικά ο διάκοσμος των όψεων του καθολικού είναι εντυπωσιακά λιτός. Αυτή η περιορισμένη ανάδειξη των όψεων του ναού, οι λιτές κλασικίζουσες μορφές, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό του ναού, δηλώνουν απομάκρυνση από το μπαρόκ και στροφή προς μια καθαρότερη τάση ενός «επτανησιακού κλασικισμού». Εσωτερικά ο ναός δεν έχει σήμερα τοιχογραφίες. Ασφαλώς σε παλαιότερες φάσεις , σύμφωνα με μαρτυρίες, δηλαδή από τον 16ο ως τον 18ο αιώνα, θα ήταν εικονογραφημένος. Σήμερα μοναδικός διάκοσμος του ναού παραμένει αυτός στο ξύλινο τέμπλο, την Αγία Τράπεζα με το κιβώριο και την ουρανία.

Η μονή

Το σημερινό συγκρότημα της μονής περιλαμβάνει τον σχεδόν ορθογώνιο περίβολο, στον οποίο είναι ενταγμένα διώροφα κτίρια και άλλοι βοηθητικοί χώροι, τον αμυντικό πύργο και το καθολικό. Η είσοδος στη μονή (το διαβατικό) γίνεται από μια μοναδική πύλη στη νότια πλευρά του περιβόλου. Αυτή ήταν και η κύρια είσοδος της μονής, που έχει τη μορφή πυλώνα – κωδωνοστασίου και τονίζεται έτσι όχι μόνο από τη μορφή του κωδωνοστασίου, αλλά και από την ιδιαίτερα επιμελημένη κατασκευή του, από το διαφορετικό χρώμα που συνήθως έχει η τοιχοποιία του από λαξευτές πέτρες και από την διακόσμησή του. Αριστερά της εισόδου, καθώς μπαίνουμε στην αυλή, διώροφο κτίσμα εντάσσεται στο δυτικό τμήμα του περιβόλου. Λίθινη σκάλα οδηγεί στον όροφο, που σήμερα ανακαινισμένος αποτελεί το «αρχονταρίκι». Δεξιά της εισόδου, άλλα διώροφα κτίρια με ευτελέστερη κατασκευή και πολλές φθορές σήμερα, θα περιελάμβαναν τα κελιά των μοναχών. Εκεί βρισκόταν και το ηγουμενείο. Στον τοίχο έχει χαραχτεί η ημερομηνία 1929. Στον ανατολικό τοίχο του περιβόλου, διώροφο κτίριο με λίθινη σκάλα περιμένει και αυτό την ανακαίνισή του. Απέναντι από την είσοδο, στην αυλή, δεσπόζει ο κυκλικός αμυντικός πύργος. Έχει υπερυψωμένο ισόγειο, όροφο και δώμα. Στο ισόγειο ανοίγεται είσοδος, ενώ στον όροφο και το υπερυψωμένο στηθαίο του δώματος παράθυρα και ζεματίστρες.

Ιστορικά στοιχεία – Κώδικες

Το πιο παλιό βοήθημα για τα χειρόγραφα της μονής αποτελούν τα Φιλολογικά Ανάλεκτα Ζακύνθου του Αρχιεπισκόπου Ιωάννη Κατραμή. Από εκεί πληροφορούμαστε για την ύπαρξη χειρογράφων που προέρχονται από τη μονή και φυλάγονται ακόμα εκεί ή έχουν διοχετευθεί σε βιβλιοθήκη του εξωτερικού. Στη βιβλιοθήκη της μονής υπάρχουν τώρα μόνο δυο Αρχειακοί Κώδικες. Οι υπόλοιποι 24 Κώδικες της μονής, φυγαδεύτηκαν και τώρα βρίσκονται στη Μαρκιανή βιβλιοθήκη της Βενετίας, από τον Giacomo Nani, γενικό Προβλεπτή θαλάσσης (1776-1779) στα νησιά του Ιονίου Πελάγους. Στη μονή του Αγίου Γεωργίου η αντιγραφική εργασία δεν είναι πολύ συστηματική και αυτό οφείλεται αφενός στο μικρό αριθμό των μοναχών (15-20) και αφετέρου στο γεγονός ότι στη Ζάκυνθο λειτουργούν και άλλα βιβλιογραφικά εργαστήρια. Ανήκουν συνήθως σε ιερείς, οι οποίοι ασκούν παράλληλα και το επάγγελμα του νοταρίου. Εργάζονται είτε στα σπίτια τους, είτε σε μικρές μονές και εκκλησίες της πόλης. Στη μονή του Αγίου Γεωργίου κατέληξαν και κάποια από αυτά τα χειρόγραφα.