Είναι γνωστό πως μετά την άλωση της Πόλης οι καλλιτέχνες μεταφέρονται σε άλλα κέντρα που μπορούν να συνεχίσουν τη ζωγραφική τους παράδοση ελεύθερα. Η σχετική ελευθερία που απολάμβαναν οι Επτανήσιοι λόγω της Ενετοκρατίας, η παρουσία καλλιτεχνών από την Κρήτη, σε συνδυασμό με την επαφή με τη Δύση, και την επιρροή της σύγχρονης Ιταλικής τεχνοτροπίας, καθιστούν τα Επτάνησα κατάλληλο χώρο ανάπτυξης μιας «αυτόνομης καλλιτεχνικής παράδοσης», ανοιχτής στις σύγχρονες τάσεις της δυτικής τέχνης. Οι κοινωνικές συνθήκες και η οικονομική ανάπτυξη που επικρατούσαν στα Επτάνησα, εξηγεί την άνθηση εκτός της θρησκευτικής ζωγραφικής και ενός άλλου είδους, της προσωπογραφίας.
Σιγά σιγά διαπιστώνεται ολοκληρωτική στροφή της θρησκευτικής ζωγραφικής στο νατουραλισμό, στο μανιερισμό, το μπαρόκ, τη φλαμανδική ζωγραφική. Τα έργα ξυπνούν το συναίσθημα, χρησιμοποιώντας καμπύλες γραμμές, πολύπλοκους όγκους, την κίνηση, το φως που δημιουργεί αντιθέσεις, τα ενδύματα νεωτερίζουν. Αρχικά ο ρόλος του τοπίου στο φόντο του πίνακα ήταν καθαρά διακοσμητικός, για να μην αποσπάται το μάτι από την κύρια σύνθεση. Αργότερα στο φόντο αποδίδεται το φυσικό περιβάλλον και έτσι ο άνθρωπος από τον ουρανό επανέρχεται στη γη.